Τερατσιά – Χαρουπιά
Οι χαρουπιές (Ceratonia siliqua), ή όπως τις αποκαλούμε εμείς οι ντόπιοι «τερατσιές», αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της κυπριακής φύσης και πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Αυτό το αιωνόβιο δέντρο, που καλλιεργείται στο νησί από τη Νεολιθική εποχή (7000-3000 π.Χ.), είναι γνωστό και ως «ο μαύρος χρυσός της Κύπρου» αφού διαδραματίζει έναν καθοριστικό ρόλο στην ιστορία της γεωργίας, της οικονομίας και του πολιτισμού μας.
Η μακρόχρονη ιστορία της χαρουπιάς στην Κύπρο εξηγεί γιατί συχνά αποκαλείται «αποστολική». Οι λεγόμενες αποστολικές χαρουπιές πιστεύεται ότι πήραν το όνομά τους είτε επειδή οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι μεταφέρθηκαν στη μεγαλόνησο από τους Αποστόλους, είτε επειδή η ηλικία τους είναι τόσο μεγάλη που φτάνει στην εποχή των Αποστόλων. Πιστεύεται επίσης ότι το λείψανο του Αποστόλου Βαρνάβα, ιδρυτή της Εκκλησίας της Κύπρου, βρέθηκε θαμμένο κάτω από μια χαρουπιά στην Κύπρο.
Η χαρουπιά απαντάται σε διάφορες ποικιλίες, καθεμία με το δικό της ξεχωριστό όνομα που αποτυπώνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δέντρου ή του καρπού της. Στην Κύπρο είναι γνωστές με μια πληθώρα τοπικών ονομάτων όπως Αρκοτερατσιά, Παστοτερατσιά, Αρσενιτζή, Σαρατζίνιτζη, Μαυροτερατσιά και Μελοτερατσιά. Ανάλογα με την ποικιλία, διαφοροποιούνται και οι ονομασίες του καρπού, όπως Μελοτέρατσον και Μαυροτέρατσον.
Τα χαρούπια ωριμάζουν το καλοκαίρι και η συγκομιδή τους γίνεται συνήθως στα τέλη Αυγούστου. Σε παλαιότερες εποχές, όταν οι χαρουπιές καλλιεργούνταν σε μεγαλύτερες εκτάσεις, ολόκληρο το χωριό συγκεντρωνόταν για να συμμετάσχει στη συλλογή του πολύτιμου καρπού. Η συγκομιδή γινόταν με την παραδοσιακή μέθοδο του βακλίσματος, όπου με μακριά ξύλινα ραβδιά, τις βάκλες, χτυπούσαν απαλά τα κλαδιά ώστε τα τεράτσια να πέσουν στο έδαφος. Η διαδικασία απαιτούσε μεγάλη προσοχή, καθώς η ανθοφορία της χαρουπιάς συνέπιπτε με την ωρίμανση του καρπού. Δεν ήταν τυχαίο που έλεγαν χαρακτηριστικά ότι η χαρουπιά «κρατούσεν ένα μωρό στην αγκαλιά και είχε άλλο στην κοιλιά». Τα χαρούπια, αφού συγκεντρώνονταν, τοποθετούνταν σε σακιά και μεταφέρονταν σε ειδικές αποθήκες στις παράλιες περιοχές του νησιού απ’ όπου εξάγονταν σε αγορές του εξωτερικού.
Εδώ και αιώνες, τα χαρούπια αποτελούσαν σημαντική πηγή τροφής, ιδιαίτερα σε περιόδους φτώχειας και στέρησης. Πλούσια σε φυσικά σάκχαρα, φυτικές ίνες και απαραίτητα θρεπτικά συστατικά, τα χαρούπια υπήρξαν πολύτιμο υποκατάστατο της σοκολάτας και άλλων γλυκαντικών. Πέρα από τη διατροφική τους αξία, τα χαρούπια χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορους τομείς της βιομηχανίας. Ο πολτός τους μετατρέπεται σε χαρουπάλευρο ή σιρόπι, τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως στη ζαχαροπλαστική και τη μαγειρική. Οι σπόροι τους, γνωστοί ως κόμμι χαρουπιού, είναι πλούσιοι σε πολυσακχαρίτες και χρησιμοποιούνται ως φυσικοί σταθεροποιητές και πηκτικοί παράγοντες στη βιομηχανία τροφίμων, καλλυντικών, φαρμακευτικών προϊόντων, ακόμη και φωτογραφικών ταινιών, χρωμάτων και μελανιών.
Το παστέλι και το χαρουπόμελο συγκαταλέγονται στα πιο γνωστά και αγαπημένα παραδοσιακά προϊόντα χαρουπιού. Το χαρουπόμελο αποτελεί επίσης βασικό συστατικό σε διάφορες κυπριακές συνταγές, όπως τα τερτζελλούθκια ή λουλλούθκια, τα σουππούθκια (κύβοι τηγανισμένου ψωμιού με χαρουπόμελο), ο χαλουβάς (μείγμα από καβουρδισμένο αλεύρι, σησάμι και χαρουπόμελο), και ο χαλουβάς κουβαρκαστός (σιμιγδάλι ή αλεύρι αναμεμειγμένο με χαρουπόμελο).
Αν και η κυπριακή βιομηχανία χαρουπιού γνώρισε σημαντική συρρίκνωση από τα μέσα του 20ού αιώνα και μετά, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αξιοσημείωτη αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για αυτόν τον ξεχωριστό καρπό. Οι προσπάθειες επικεντρώνονται στην προώθηση των προϊόντων χαρουπιού ως υγιεινές και φυσικές εναλλακτικές στις επεξεργασμένες τροφές, ενώ παράλληλα, καταβάλλονται προσπάθειες για αναβίωση των παραδοσιακών μεθόδων καλλιέργειας και επεξεργασίας του χαρουπιού, οι οποίες έχουν καταχωρηθεί στον Εθνικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.
Για να ανακαλύψετε τα μυστικά των προϊόντων μας και τις ιστορίες που κρύβουν, πατήστε εδώ «Οι Καλλιέργειές μας».






